Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Ο πρίγκιπας και το φεγγάρι


Ivan Aivatzovsky: Moonlight in Feodosia, 1852
Σε ένα βασίλειο κάπου στον κόσμο του σήμερα και του παραμυθιού, ο βασιλιάς έψαχνε να βρει τον διάδοχό του. Σαν το άκουσαν οι πρίγκιπες έφτασαν με βιάση, να προλάβουν και να διεκδικήσουν όλα τα επίγεια. Η επιθυμία του βασιλιά ήταν ανήκουστη. Ζητούσε να του φέρουν το φεγγάρι!
Άνθρωποι υπερφίαλοι με πλούτη και όλα τα καλά, πρίγκιπες με παράσημα και πλουμίδια, με στολές χρυσαφιές και ατλαζένιες εμφανίστηκαν και πέταξαν προς το φεγγάρι με τον πιο εύκολο τρόπο: με αερόστατα, ελικόπτερα, αεροπλάνα ως και διαστημόπλοια. Γύρισαν πίσω άπραγοι όλοι, με το κεφάλι κάτω, και ντροπιασμένοι χάθηκαν πάλι στα δήθεν πριγκιπάτα τους.
Ο βασιλιάς χαμογέλασε πικρά. Λυπόταν, γιατί όταν αυτός θα αποσυρόταν, όλοι του οι κόποι θα πήγαιναν χαμένοι και όχι τίποτα άλλο, όμως για να διατηρηθεί η ομόνοια και η γαλήνη χρειαζόταν ο ιδανικός. Προφανώς, αυτό ήταν το ακατόρθωτο, και όχι το να του φέρουν το φεγγάρι στα χέρια.
Κι εκεί που είχε απελπιστεί, εμφανίστηκε ένας πρίγκιπας που κανένας δεν ήξερε τον τόπο απ’ όπου ερχόταν. Δεν είπε λέξη στον βασιλιά, -φαινόταν πως ήταν άνθρωπος που τα λόγια δεν τα είχε για σπατάλη. Και τι παράδοξο! Ο βασιλιάς ανακουφίστηκε και είπε να κάνει όση υπομονή χρειαζόταν μέχρι να γυρίσει ο πρίγκιπας, που ήταν και η τελευταία του ελπίδα.
Ο πρίγκιπας είχε μόνο τα πόδια του να χρησιμοποιήσει στο μακρύ του ταξίδι. Πήρε τον δρόμο και περπατούσε μέρες. Σταματούσε ελάχιστα ίσα για μια ανάσα.
Κάποτε αντίκρισε ένα μεγάλο βουνό και το φεγγάρι στην κορυφή του.
«Τι περίεργο!» θαύμασε ο πρίγκιπας. «Το φεγγάρι είναι ολόγιομο! Πώς γίνεται αυτό;» αναρωτήθηκε ενώ συνέχιζε την δύσκολη ανάβαση.
Τα πόδια του πλήγιασαν από τα αγκάθια, τα χέρια του μάτωσαν από τα ξερόκλαδα, η αναπνοή του μόλις που ακουγόταν, ώσπου με μια ύστατη προσπάθεια, έφτασε στην κορυφή. Μεμιάς ξέχασε όλη του την κούραση καθώς μαγεμένος στύλωσε το βλέμμα στο φεγγάρι. Μια μυστική συνομιλία ξεκίνησε κι ο πρίγκιπας άπλωσε τα χέρια. Ήταν ιδέα του ή το φεγγάρι χαμήλωνε προς τη μεριά του;
Αλήθεια ήταν, γιατί το φεγγάρι βρέθηκε ξαφνικά στην αγκαλιά του, ένας ζεστός φωτεινός δίσκος. Ο πρίγκιπας με δάκρυα στα μάτια το απίθωσε προσεκτικά στο σάκο του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Κάποτε έφτασε στο παλάτι του βασιλιά, εξουθενωμένος, βρώμικος, με ρούχα κουρέλια. Οι φρουροί, για να δείξουν ότι άξιζαν τη θέση τους, δεν τον άφησαν να περάσει προβάλλοντας τα όπλα τους και απειλώντας. Ακούγοντας τη φασαρία, ο βασιλιάς ενοχλήθηκε και βγήκε να δει τι γινόταν.
«Το έφερα!» είπε ο πρίγκιπας κι ένα εξαντλημένο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του ενώ με χέρια που έτρεμαν, έβγαζε το φεγγάρι από τον σάκο.
Όλα σιώπησαν γύρω, οι φρουροί κοκάλωσαν στη θέση τους, ο βασιλιάς παρακολουθούσε κρατώντας την αναπνοή του.
Κι εκεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια, το φεγγάρι έλαμψε δυνατά κι οι αχτίδες του αγκάλιασαν τον πρίγκιπα ντύνοντάς τον με ασήμι. Οι πληγές του έκλεισαν και η εξάντληση χάθηκε κι αυτή. Τα μάτια του πρίγκιπα γέμισαν από το φως του φεγγαριού, ένα φως γεμάτο όλη τη σοφία και την καλοσύνη του κόσμου.
Τότε, οι πόρτες του βασιλείου άνοιξαν ορθάνοιχτες και πίσω από αυτές πρόβαλε ο Παράδεισος, ένας Παράδεισος όλος δικός του.

Κάπου ψηλά ή χαμηλά, κάπου εντός μας, είναι ο Παράδεισος, εκεί που οδηγεί η υπομονή, η επιμονή κι ένα ολόγιομο φεγγάρι. 

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Μια πολύτιμη άποψη

Είναι πολύ σημαντικό όταν κάνεις τον αναγνώστη να ταξιδέψει μαζί σου διαβάζοντας αυτό που δημιούργησες. Αυτή είναι η χαρά, η τιμή και η απολαβή του δημιουργού, κι ακόμη εντονότερα γίνονται όλα αυτά όταν τα εισπράττεις μέσω των λόγων για το έργο σου ενός αγαπημένου και σημαντικού για εμένα συγγραφέα, του Μιχάλη Σπέγγου. Ένα μέρος από όσα μου έγραψε για το μυθιστόρημά μου "Αραμπέλα/τα όρια της πίστης". Τον ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου. 

Ξεκινάμε με μια ιστορία του παρελθόντος.  Άψογα δοσμένη.  Με μεταφέρεις στο χρόνο και στον φανταστικό τόπο.  Αλλά εκεί που με πήρες ήταν η αποφυγή των κλισέ και των προσδοκιών μέσω ανατροπών .  Ο Καστίγιο δεν είναι τελικά ο απόλυτα κακός πυργοδεσπότης της εποχής.  Είναι ένας παραδομένος στα πάθη του ερωτευμένος άνθρωπος, γιατί γενικά το όλο βιβλίο εκτός των άλλων ένας ύμνος στον έρωτα είναι.  Παράνομος και μιαρός ναι αλλά βαθιά ερωτευμένος και μέσα στον έρωτά του δείχνει πρωτόγνωρη και θαυμαστή μεγαλοσύνη Μέσα σε όλο αυτό βάλε την εξαιρετική παρουσίαση χαρακτήρων από τον Κράλη μέχρι τον Νοτάριο αλλά και τον Δόκιμο και την Γιουλή.  Το θέμα της εικόνας από την εποχή της εικονομαχίας επίσης.  Ο Όχλος.  Οι δεισιδαιμονίες. 
Πάμε τώρα στο δεύτερο μέρος. Μέσω ενός γράμματος.  Εκεί παίζεις με το μεταφυσικό μεταφέροντας μας σε αντίστοιχους κόσμους και μας κάνεις να αναρωτιόμαστε αν το μεταφυσικό συνέβη ή θα συμβεί.  Τόσο το απόλαυσα αυτό, μα τόσο πολύ. 
Μετά πάμε στο παρόν.  Άλλος ένας έρωτας και μια αντιζηλία αλλά με αδιάρρηκτα δεσμά με τους προγόνους και με το τι έγινε στο παρελθόν.  Ζωντανοί χαρακτήρες ΄’άλλης εποχής και μπράβο σου γιατί αυτός ο αέρας της αλλαγής της εποχής μου πέρασε.  Μετά η δράση που εντείνει την αγωνία αλλά και η εξήγηση μέσα από το υπόλοιπο γράμμα.  ¨όλα τα είδη αφήγησης μαζί, τόσο ωραία δεμένα.


Πάνω από όλα.  Δεν έβλεπα τη ώρα να το ξαναπιάσω. 

Μπορείτε να διαβάσετε το μυθιστόρημα "Αραμπέλα/τα όρια της πίστης, κατεβάζοντάς το δωρεάν σε ψηφιακή μορφή pdf  ή epub από τον σύνδεσμο των εκδόσεων Σαίτα.

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Τζόναθαν Κόου: Αριθμός 11


Μα αυτός ο Τζόναθαν Κόου! Με μαστοριά στήνει πέντε ιστορίες που συνδέονται μεταξύ τους για να μιλήσει για τον φόβο, την ανασφάλεια, την κρίση των αξιών. Ο κρίκος είναι ο αριθμός 11, τίτλος και του μυθιστορήματος επίσης. Το 11 είναι άλλοτε το νούμερο ενός δρόμου, άλλοτε γραμμή λεωφορείου, ο αριθμός μιας αποθήκης, το νούμερο του τραπεζιού μιας εκδήλωσης και τέλος ο 11ος κάτω από τη γη όροφος, ως σύμβολο του αρχέγονου φόβου. Φυσικά έχουμε και την αναφορά στο νούμερο 11 της Ντόουνινκ Στριτ που έχει επιλέξει ως κατοικία του ο Τόνι Μπλερ, πρωθυπουργός το 2003, χρονικό σημείο από το οποίο ξεκινάει η πρώτη ιστορία. 

Αρχικά λοιπόν γνωρίζουμε δύο δεκάχρονες, τη Ρέιτσελ και την Άλισον. Οι δύο μικρές θα βρεθούν στο σπίτι των παππούδων της πρώτης ακριβώς την εποχή που η Μεγάλη Βρετανία συγκλονίζεται από τον θάνατο του Ντέιβιντ Κέλυ, ειδικού στον βιολογικό πόλεμο και επιθεωρητή οπλισμού, την εποχή που ο Μπλερ οδηγεί τη χώρα σε πολεμική εμπλοκή με το Ιράκ. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι είναι τεταμένη για πολιτικούς λόγους αλλά και για θέματα υγείας της γιαγιάς. Τα δύο κορίτσια όμως ζουν στον δικό τους κόσμο, προσπαθώντας να λύσουν το μυστήριο του παράξενου σπιτιού του αριθμού 11 της Νίντλες (άχρηστης) Αλέι, αντιμέτωπες με την τρομακτική γυναίκα που της δίνουν το παρατσούκλι Bird Woman. Κρατήστε τη σημειολογία του τραπουλόχαρτου με την απεικόνιση της αράχνης. Για τη Ρέιτσελ, αυτό το καλοκαίρι του 2003 είναι και το τέλος της αθωότητας, καθώς η μικρή κατανοεί ότι ο κόσμος γύρω της αλλάζει, και ο φόβος της ανασφάλειας και του θανάτου μπαίνει στη ζωή της. 
Στη δεύτερη ιστορία συναντάμε οκτώ χρόνια μετά, την Άλισον και τη μητέρα της, τη Βαλ. Το 2011 όμως η οικονομική κρίση μαστίζει για τα καλά τη Μεγάλη Βρετανία του Κάμερον. Περικοπές στους μισθούς, αύξηση της ανεργίας, απαξίωση όπως αυτή αποτυπώνεται στα reality shows που ταΐζει η τηλεόραση τον κόσμο. Η Βαλ, που κάποτε έκανε μία επιτυχία με ένα τραγούδι της, προσπαθεί να γυρίσει πίσω σε εκείνες τις μέρες, συμμετέχοντας σε ένα τέτοιο show. Σαν τον μονομάχο του Κολοσσαίου θα την κατασπαράξουν τελικά τα θηρία για να βγάλουν κάποιοι ακόμη περισσότερα χρήματα πάνω στις πλάτες των αδύναμων, για να διασκεδάσει ο κόσμος με τον εξευτελισμό του πλησίον του, ώστε ο ίδιος να νιώθει καλύτερα με τα ψίχουλα που του προσφέρονται. Ο θάνατός σου η ζωή μου, και αυτή είναι η κοινωνία μας. Η Βαλ θα γυρίσει πίσω ψυχικό ράκος, ενώ τον ίδιο καιρό η κόρη της η Άλισον προσπαθεί να αναπροσδιορίσει τη ζωή της και να ενταχθεί σε έναν κόσμο που οι προοδευτικές του ιδέες είναι τελικά πιο συντηρητικές από ποτέ. 
Στην τρίτη ιστορία συναντάμε τη Ρέιτσελ, φοιτήτρια πια, και τη γνωριμία της με τη Λώρα, την καθηγήτριά της. Θα μάθουμε για το τι οδήγησε στον θάνατο τον άνδρα της τελευταίας και εδώ ο Κόου ασχολείται με τις εμμονές, και την αποξένωση, μέχρι σημείου πλήρους διαταραχής. Είναι ένα θέμα που έχει διαπραγματευτεί και στο «Το σπίτι του ύπνου». Η εμμονή στο χθες ξεπερνάει το όριο της γλυκιάς νοσταλγίας, αναλώνοντας φαιά κύτταρα και δημιουργικότητα. Ίσως όλοι μας ψάχνουμε έναν κρυστάλλινο κήπο (όπως τιτλοφορείται αυτή η ιστορία), αρκεί να κοιτάμε να τον βρούμε στις σελίδες που γράφουμε για το αύριο. 
Στην τέταρτη ιστορία οι πλούσιοι Γουίνσοου στοιχειώνουν αυτή τη φορά την Άλισον που έχει την ατυχία να βρει μια απόγονό τους μπροστά της. Αυτός που σου κάνει τον καλό, καλός δεν είναι όμως για σένα, παρά για τον εαυτό του. Και η Άλισον που είναι “μαύρη, λεσβία, μονοπόδαρη και εξαπατά το Κράτος” θα αποτελέσει το καλύτερο λάφυρο για τη Τζοζεφίν, δίνοντάς της την αφορμή να ρίξει κι άλλο δηλητήριο στο πιάτο της πολιτικής ορθότητας. Πολλά τα θέματα που θίγονται ή καλύτερα καυτηριάζονται. Η πολιτική σάτιρα και ο τρόπος που τελικά άλλους ξυπνά και άλλους αποκοιμίζει. Ο μηδενισμός των αξιών, με την ανάδειξη του δήθεν αντισυμβατικού, και μόνο στόχο τη συσσώρευση δόξας στα φουσκωμένα μυαλά και χρήματος στις τσέπες των αρπακτικών, πασπαλισμένα όλα αυτά με τον στόχο της δήθεν πολιτιστικής και πνευματικής δημιουργίας, του ανταγωνισμού (πάντα ισχυρό κίνητρο) που όμως δεν έχει καμία σχέση με το ολυμπιακό πρότυπο της ευγενούς άμιλλας. 
Στην πέμπτη ιστορία, η Ρέιτσελ και πάλι, θύμα των χειρότερών της φόβων. Σε μια γοτθική ατμόσφαιρα, σε αυτή την πιο μακροσκελή ιστορία του βιβλίου, συναντάμε την παράξενη οικογένεια των Γκαν που τα καπρίτσια τους δεν έχουν όρια. Μα φυσικά, όταν έχεις τόσα πολλά χρήματα, θα αναζητήσεις το νόημα της ζωής σου σε ό,τι πιο παρανοϊκό, όπως το να φτιάχνεις μια πολυώροφη οικοδομή κάτω από τη γη. Το δέος που νιώθει η Ρέιτσελ καθώς προσπαθεί να κατανοήσει τα ακατανόητα, μετέχοντας σε μια ζωή που δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι η δική της, δεν αργεί να γίνει τρόμος. Ο καθρέφτης της δικής της πραγματικότητας θα ραγίσει έως ότου σπάσει και τα θραύσματα θα ταράξουν την πνευματική και ψυχική της υγεία. 
Τα πάντα έχει να μας πει ο Κόου, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο, καθώς παρατηρεί τον μικρό και μεγαλύτερο κόσμο της Μεγάλης Βρετανίας. Κι αν κάποτε το ταξικό χάος παρουσιαζόταν σαν μια σχέση ανέχειας και συμπόνιας, τώρα δεν είναι τίποτα άλλο από τον μηδενισμό του ανθρώπου, τον ευτελισμό της ανθρωπιάς από τη μία, την απόλυτη αναλγησία από την άλλη. Ο άλλοτε συναγωνισμός που γίνεται ανταγωνισμός μέχρι θανάτου, θυμίζοντας εκείνον τον μαραθώνιο χορού στην καταπληκτική ταινία του Πόλακ «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν». Τι να γεφυρώσεις αλήθεια στο χάος του σήμερα; Μπορεί το αδιάφορο κακομαθημένο πλουσιόπαιδο να μάθει κάτι από την επίσκεψή του στο κοινωνικό παντοπωλείο; Μπορεί η λαίδη Γκαν να θυμηθεί πως κάποτε δεν είχε τίποτα, και ξαφνικά απόκτησε τα πάντα, για να γίνει μια υπερφίαλη μηδενίστρια; Μπορούμε άραγε όλοι εμείς να αποδεχτούμε ότι ο κόσμος αλλάζει, όμως να μην τον αφήσουμε να μας καταπιεί στον ενδέκατο όροφο κάτω από τη γη; Να φύγουμε από τα στερεότυπα κάθε ακραίας ιδεολογίας και να φτιάξουμε κοινωνίες όπου ο άνθρωπος διακρίνεται από έλεος και δέος για το σύνολο στο οποίο ανήκει, για τη γη που τον φιλοξενεί; 
Με μια συναρπαστική, μεστή γραφή ο Κόου ξεσκεπάζει την υποκρισία όλων μας, ξετινάζει τα πάντα, μα κυρίως αγγίζει την κρίση όπως αποτυπώνεται οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά. Διαβάστε αυτό το βιβλίο, θα σας κάνει να αναρωτηθείτε για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Δεν μας φταίνε οι εξωγήινοι, οι άλλοι, η κάθε σκοτεινή δύναμη. Ο καθένας μας φταίει για τον μηδενισμό του σήμερα, θύτες και θύματα όλοι μας, σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη εξίσωση. 
Κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις.