Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Γκράτσια Ντελέντα: Μετά το διαζύγιο

ΤίτλοςΜετά το διαζύγιο
ΣυγγραφέαςGrazia Deledda
ISBN978-618-5147-97-6

Συντελεστές
Μετάφραση από τα Ιταλικά: Ευρυδίκη Αμανατίδου
Σελιδοποίηση: Ηρακλής Λαμπαδαρίου

Σύντομη περίληψη
Αρχές του εικοστού αιώνα, σε ένα απομονωμένο χωριό της Σαρδηνίας.
Όταν ο Κονσταντίνο καταδικάζεται για φόνο, ο κόσμος της γυναίκας του, Τζοβάνας, καταρρέει. Πώς θα κατορθώσει να επιβιώσει αυτή και το μικρό παιδί τους; Όταν η φτώχεια και η ανέχεια θα χτυπήσει την πόρτα της, η νεαρή γυναίκα θα ενδώσει στο… θανάσιμο αμάρτημα.

Ήθη και πιστεύω μιας άλλης εποχής σε έναν σκληρό τόπο γεμάτο άγρια ομορφιά, ένα μυθιστόρημα γεμάτο αέρα Μεσογείου.


Το συγκεκριμένο βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Οκτώβριο του 2017.

Λίγα λόγια για το μυθιστόρημα
Το μυθιστόρημα της Γκράτσια Ντελέντα “Dopo il divorzio” (Μετά το διαζύγιο) εκδόθηκε το 1902 από τον εκδοτικό οίκο Roux e Viarengo. Ήδη από δεκαετίες πριν συνεχιζόταν η διαμάχη σχετικά με τη θεσμοθέτηση του διαζυγίου στην Ιταλία. Εκείνη τη χρονιά προτάθηκε σχέδιο νόμου που προέβλεπε το διαζύγιο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, μία εκ των οποίων ήταν η καταδίκη σε πολυετή φυλάκιση. Το νομοσχέδιο απορρίφθηκε και έτσι η θεσμοθέτηση του διαζυγίου δεν έγινε πραγματικότητα. Σε αναμονή του νόμου, η συγγραφέας είχε ορίσει ως αρχή της δράσης το έτος 1904, υπολογίζοντας ίσως ότι τότε το διαζύγιο θα μετρούσε ήδη έναν τουλάχιστον χρόνο ζωής στην Ιταλία. Το μυθιστόρημα εκδόθηκε ξανά ανανεωμένο με τον τίτλο “Naufraghi in porto” (Nαυαγοί στο λιμάνι) το 1920, χρονιά κατά την οποία το θέμα του διαζυγίου απασχόλησε ξανά το Ιταλικό Κοινοβούλιο και πάλι όμως χωρίς αποτέλεσμα.
Το μυθιστόρημα ξεκινάει με την καταδίκη του Κονσταντίνο Λέντα σε φυλάκιση είκοσι επτά ετών για τον φόνο του θείου του. Η γυναίκα του, Τζοβάνα, μένει πίσω στο απομονωμένο χωριό της Σαρδηνίας προσπαθώντας να αναθρέψει τον μικρό τους γιο. Τα χρόνια περνούν δύσκολα για το ανδρόγυνο, η ισχνή αλληλογραφία και η οικονομική βοήθεια που στέλνει ο Κονσταντίνο δεν αρκούν. Η Τζοβάνα είναι νέα και ό,τι βασάνιζε το μυαλό της τα πρώτα χρόνια της φυλάκισης του άντρα της γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν μια νέα τραγωδία χτυπάει την πόρτα της.
Έρμαια των παθών και της μοίρας, οι ήρωες δεν παύουν να βλέπουν σαν τη Δαμόκλειο σπάθη πάνω από τα κεφάλια τους το θανάσιμο αμάρτημα και εδώ βρίσκεται η διάσταση ανάμεσα στην καθολική πίστη και τις επιταγές της πολιτείας. Θρησκευόμενοι, αλλά υποκριτές οι περισσότεροι, κινούνται από ιδιοτέλεια, υιοθετώντας ό,τι βολεύει τη συνείδησή τους. Θα πάνε στην εκκλησία για να κουτσομπολέψουν, θα συμβουλέψουν την Τζοβάνα να κοιτάξει τη ζωή της, αλλά θα την κατακρίνουν όταν θα επιλέξει να παντρευτεί ξανά. Κανένας δεν κοιτάζει τα δικά του ατοπήματα, όλοι τους όμως είναι έτοιμοι να λιθοβολήσουν ανάλγητα την αμαρτωλή.
Και ενώ η συγγραφέας ξεγυμνώνει την ανθρώπινη φύση αποκαλύπτοντάς την έως τα πιο βαθιά και χαμερπή κίνητρά της εστιάζοντας στην αγωνία και τον αγώνα της ανθρώπινης ύπαρξης, από την άλλη το έργο της είναι γεμάτο λυρισμό και οι περιγραφές της φύσης συντελούν στην ένταση του δράματος καθώς οι ήρωες παλεύουν ανάμεσα στο καλό και το κακό, την ομορφιά και την ασχήμια.
Το “Μετά το διαζύγιο” είναι ένα μεσογειακό μυθιστόρημα και ελπίζω να κρατήσει καλή συντροφιά στο ελληνόφωνο αναγνωστικό του κοινό.
Ευρυδίκη Αμανατίδου  

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Νικόλ Άννα Μανιάτη: Το τίμημα

Στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα σε μια γειτονιά του Περισσού, ο Αντώνης και η Μαργαρίτα, δύο δωδεκάχρονα παιδιά, απολαμβάνουν την ξεγνοιασιά της ηλικίας τους και τις χαρές της φιλίας που τα συνδέει. Μέχρι που όλα θα αλλάξουν σε μία στιγμή και αυτό που ο πάντα σοφός λαός λέει, ότι δηλαδή οι αμαρτίες των μεγαλύτερων παιδεύουν τους μικρότερους, θα σκορπίσει μέσα στον αέρα του μίσους τις ζωές δύο οικογενειών. 
Ο Στέφανος Κεδίκογλου, πατέρας της Μαργαρίτας, και ο Παναγιώτης Δρόσος, πατέρας του Αντώνη, προμηθεύουν είδη υγιεινής και πλακάκια τους εργολάβους οικοδομών. Μπορεί να κάνουν το ίδιο επάγγελμα, ο καθένας όμως κινείται με εντελώς διαφορετικά κριτήρια. Όσο τίμιος είναι ο Δρόσος, τόσο απατεώνας είναι ο Κεδίκογλου. Οι αντιεπαγγελματικές ενέργειες του τελευταίου θα γίνουν η αιτία της καταστροφής της οικογένειας Δρόσου. Και ο Στέφανος Κεδίκογλου, όχι μόνο τύψεις δεν θα δείξει, αλλά θα πείσει και τον εαυτό του και την κόρη του ότι ο ίδιος είναι το θύμα, με όσα ολέθρια αποτελέσματα αυτό συνεπάγεται. Γιατί όταν το μίσος ριζώσει σε πρόσφορο έδαφος και βρει τροφή, θεριεύει κι απλώνεται και γίνεται δέντρο γεμάτο αγκάθια, κι αλίμονο σε αυτόν που θα βρεθεί στον δρόμο του.
Η Νικόλ Άννα Μανιάτη χτίζει ένα ψυχογράφημα με πολύ γερά θεμέλια αποδεικνύοντας ακόμη μια φορά ότι, πέρα από την εξαιρετική συγγραφική της πένα, γνωρίζει σε βάθος την ανθρώπινη ψυχή. Οι ήρωές της είναι ζωντανοί και συνθέτουν το ανάγλυφο της καθημερινότητας μιας αναπτυσσόμενης Ελλάδας, την εποχή που η οικοδομή ανθούσε και οι ευκαιρίες να πιαστείς ήταν πιο «δίκαια» καταμερισμένες. 
Το μυθιστόρημα ξεκινάει από μια γειτονιά της εργατικής τάξης, με σελίδες πλημμυρισμένες από τη νοσταλγία μιας άλλης εποχής, με την κοινή αυλή, τα βραδάκια με το ούζο και το τάβλι, τα παιδικά παιχνίδια και τις αντίστοιχες σκανταλιές, τότε που μπορούσες να προστρέξεις σε στιγμή ανάγκης στον γείτονα. Μέσα όμως σε αυτή τη ζεστή και ανάλαφρη ατμόσφαιρα, εκεί που σκορπάνε το άρωμά τους τα λουλούδια, κάποιος δεν ησυχάζει. Μια ψυχοπαθητική προσωπικότητα, ένας άνθρωπος που πάσχει από ένα μόνιμο σύνδρομο καταδίωξης, αυτός είναι ο Στέφανος Κεδίκογλου. Δεν αρκείται στις μικρές ή μεγαλύτερες απατεωνιές, αλλά φτάνει να πείσει τον εαυτό του ότι οι άλλοι τον φθονούν, και είναι οι μοναδικοί υπαίτιοι του δικού του κατρακυλίσματος. Δίπλα του, η γυναίκα του, Ματίνα, αρχικά μια άτολμη νοικοκυρά, θα κάνει τη δική της επανάσταση, χτίζοντας αργά αλλά σταθερά ατσάλινα θεμέλια για να στηρίξει την οικογένειά της. Και η κόρη, η Μαργαρίτα; Από ξέγνοιαστο παιδί, θα γίνει θύτης, ζώντας σε μια εικοσαετή πλάνη. Και τότε θα προσπαθήσει να βρει την εξιλέωση. Το τίμημα όμως θα είναι πολύ βαρύ. 
Τα ανθρώπινα πάθη και λάθη των κεντρικών ηρώων με αιχμαλώτισαν, περισσότερο της οικογένειας Κεδίκογλου, που η άλλοτε δύναμη και άλλοτε αδυναμία της, είναι ο δείκτης της ανθρώπινης φύσης. Προσπάθησα να καταλάβω τις πράξεις τους και να κρίνω, όχι ως δικαστής, αλλά ως άνθρωπος. Εξάλλου ποιος μπορεί να ρίξει ευθύνη σε κάποιον, όταν δεν ξέρει πώς ο ίδιος θα αντιδρούσε αν βρισκόταν στη θέση του; Πολλοί μπορεί να μην έκαναν τις επιλογές της Μαργαρίτας, της Ματίνας, του Στέφανου. Ίσως είναι και θέμα του τι σημαίνει για τον καθένα δίκαιο και άδικο, δύναμη και μεγαλείο ψυχής. Και η Νικόλ Άννα Μανιάτη το αναδεικνύει αυτό το μεγαλείο μέχρι να φτάσει για τον καθένα η πολυπόθητη κάθαρση. Αγαπάω τη συγγραφέα και ως λογοτέχνη και ως άνθρωπο, γιατί επιλέγει πάντα να σκύψει πάνω από την ανθρώπινη ψυχή, χωρίς διάθεση διδαχής, με απόλυτη ειλικρίνεια και σοβαρότητα. Κι έτσι δημιουργεί μυθιστορήματα αληθινά, που σε καλούν να τα διαβάσεις ξανά και ξανά, γιατί είναι εικόνες της ίδιας της ζωής, και όχι έντεχνα σερβιρισμένη μυθοπλασία. Το καθετί που διαβάζεις γνωρίζεις ότι δεν είναι τυχαίο και δήθεν, αλλά αποτέλεσμα σκέψης και μόχθου πνευματικού. Δεν είναι μια ιστορία που την άλλη στιγμή θα ξεχάσεις, αλλά κάτι που θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα. 
Πολύτιμη εμπειρία ήταν η ανάγνωση του Τιμήματος και εύχομαι στη συγγραφέα να δημιουργεί πάντα και να μας χαρίζει τέτοια εξαιρετικά δείγματα γραφής, αλλά και ψυχικού μεγαλείου. 
Το μυθιστόρημα "Το τίμημα" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. 

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Μαρία Χίου: Ο κήπος της μοναξιάς

Υποκλίνομαι στους σεμνούς ανθρώπους, αυτούς που με ό,τι καταπιάνονται, το κάνουν με μεράκι και μακριά από τυμπανοκρουσίες. Η Μαρία Χίου ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Αγαπάει αυτό που κάνει, γράφει με πείσμα, δύναμη, θέληση, ψυχή. Και αυτό το απέδειξε από την πρώτη κατάθεσή της σε μυθιστορηματική μορφή, με το «Η σιωπή του ποταμού». Ακολούθησε το «Χέρια γυμνά» και με μεγάλη μου χαρά πήρα στα χέρια μου πρόσφατα το «Ο κήπος της μοναξιάς» για να διαπιστώσω, διαβάζοντάς το χωρίς ανάσα σχεδόν, ότι το καλό γίνεται καλύτερο.
Βρέθηκα στην πολύ όμορφη και σεμνή παρουσίασή της στο Αθηναϊκό Ωδείο και μαγεύτηκα από τα απλά και μεστά λόγια της, αλλά και από το νέο της δημιούργημα με το οποίο ήρθα σε πρώτη επαφή μέσα από έξι επιλεγμένα αποσπάσματα. Είπε η συγγραφέας ότι δεν θέλησε να διδάξει, αλλά να μιλήσει για αυτά που ο καθένας έχει μέσα του, ο καθένας γνωρίζει. Όταν όμως ένα δημιούργημα γράφεται από τα μύχια της ύπαρξής μας, μέσα από την ψυχή μας, μεταλαμπαδεύει. Γιατί το σωστό, το δίκαιο, το καλό και το κακό όλοι τα γνωρίζουμε, άσχετα από το τι εφαρμόζουμε. 
Ο κήπος της μοναξιάς είναι ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα που για εμένα έχει μια ξεκάθαρη κεντρική ιδέα. Αυτό μου έδειξε η συγγραφέας με τον στρωτό, ορθολογικό τρόπο της, χωρίς να με κουράσει με ατελείωτες περιγραφές, λιτά, τονίζοντας τα συναισθήματα και το βάθος το ανθρώπινο με το στοιχείο της προσωποποίησης, που δίνει πνοή στο κείμενο. Με έκανε φτάνοντας στο τέλος, να κλείσω το βιβλίο και να σκεφτώ αυτά που βρήκα στις σελίδες, να συναισθανθώ τους ήρωες. Και θαύμασα τον τρόπο που η Μαρία Χίου έστησε αυτό το δύσκολο έργο που η ραχοκοκαλιά του είναι οι δανεικές ταυτότητες, και κατ’ επέκταση οι δανεικές ζωές. Γιατί δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για την ψυχή, αν δεν μπορείς να δεις με την ψυχή. Μα δεν είναι εύκολο να δεις με την ψυχή αν δεν την έχεις ήδη ντύσει με αγάπη. Και ό,τι δώσεις, αυτό θα πάρεις. Αυτά τα απλά αλλά βαθιά νοήματα δένουν όλο το μυθιστόρημα, σαν τα λουλούδια που φυτρώνουν σε έναν κήπο, άλλα ευωδιαστά, άλλα όμορφα, άλλα ασήμαντα, κι όμως όλα φτιάχνουν την εικόνα, όλα μπορούν να φυτρώσουν, να αναπτυχθούν, να μαραθούν. Τα λουλούδια εξάλλου έχουν την πρώτη θέση σε αυτό το μυθιστόρημα. Μια γαρδένια θα προσφέρει ο Λάσκαρης και θα πυροδοτήσει δεινά που κανένας δεν περίμενε. Αυτές τις γαρδένιες θα ποτίζει η Αθηνά, γαρδένιες πάλλευκες μέχρι η πνοή τους να γίνει πίκρα, σπαραγμός και θάνατος για την ίδια. Ένα κλαδί βασιλικό θα απιθώνει ο Φίλιππος στα πόδια της Ανθής δυο τριαντάφυλλα θα λαχταράει σε όλη της τη ζωή η Δόμνα. Τον κήπο της Δόμνας θα φροντίσει η Αλίκη από εγωισμό και για να εκδικηθεί τη δική της μητέρα, μα μόνο τα χέρια της Αλεξίας θα ποτίσουν αγάπη το διψασμένο χώμα. 
Πέντε γυναίκες: Η Αθηνά, η Ανθή και η Δόμνα, κόρη της Αθηνάς η πρώτη, ψυχοκόρη η δεύτερη, η εγγονή Αλίκη, η δισέγγονη Αλεξία ακολουθούν έναν δρόμο γεμάτο εμμονές, μυστικά, σκιές. Πώς είναι αλήθεια να ζεις στη σκιά των άλλων, πώς είναι να νομίζεις ότι ζεις μέσα από τις ζωές των άλλων; Τι είναι αυτό που ορίζει τις πράξεις μας, τι κάνουμε συνειδητά και τι χωρίς δεύτερη σκέψη; Ποιος είναι αυτός που θα κοντοσταθεί στο σταυροδρόμι της Αρετής και της Κακίας και που τελικά θα διαλέξει τον δύσκολο δρόμο για να βγει νικητής;
Μέσα στα αγκάθια και τους θεριεμένους θάμνους, πίσω από γωνιές που κρύβουν τον Παράδεισο μέσα σε μια χούφτα Κόλαση, εκεί που το σπουργίτι θα πετάξει σαν τον αετό, ο κήπος της μοναξιάς είναι γεμάτος πάθη ανθρώπινα, αλλά και μεγαλείο ψυχής. 
Το μυθιστόρημα «Ο κήπος της μοναξιάς» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έξη. 

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Ο πρίγκιπας και το φεγγάρι


Ivan Aivatzovsky: Moonlight in Feodosia, 1852
Σε ένα βασίλειο κάπου στον κόσμο του σήμερα και του παραμυθιού, ο βασιλιάς έψαχνε να βρει τον διάδοχό του. Σαν το άκουσαν οι πρίγκιπες έφτασαν με βιάση, να προλάβουν και να διεκδικήσουν όλα τα επίγεια. Η επιθυμία του βασιλιά ήταν ανήκουστη. Ζητούσε να του φέρουν το φεγγάρι!
Άνθρωποι υπερφίαλοι με πλούτη και όλα τα καλά, πρίγκιπες με παράσημα και πλουμίδια, με στολές χρυσαφιές και ατλαζένιες εμφανίστηκαν και πέταξαν προς το φεγγάρι με τον πιο εύκολο τρόπο: με αερόστατα, ελικόπτερα, αεροπλάνα ως και διαστημόπλοια. Γύρισαν πίσω άπραγοι όλοι, με το κεφάλι κάτω, και ντροπιασμένοι χάθηκαν πάλι στα δήθεν πριγκιπάτα τους.
Ο βασιλιάς χαμογέλασε πικρά. Λυπόταν, γιατί όταν αυτός θα αποσυρόταν, όλοι του οι κόποι θα πήγαιναν χαμένοι και όχι τίποτα άλλο, όμως για να διατηρηθεί η ομόνοια και η γαλήνη χρειαζόταν ο ιδανικός. Προφανώς, αυτό ήταν το ακατόρθωτο, και όχι το να του φέρουν το φεγγάρι στα χέρια.
Κι εκεί που είχε απελπιστεί, εμφανίστηκε ένας πρίγκιπας που κανένας δεν ήξερε τον τόπο απ’ όπου ερχόταν. Δεν είπε λέξη στον βασιλιά, -φαινόταν πως ήταν άνθρωπος που τα λόγια δεν τα είχε για σπατάλη. Και τι παράδοξο! Ο βασιλιάς ανακουφίστηκε και είπε να κάνει όση υπομονή χρειαζόταν μέχρι να γυρίσει ο πρίγκιπας, που ήταν και η τελευταία του ελπίδα.
Ο πρίγκιπας είχε μόνο τα πόδια του να χρησιμοποιήσει στο μακρύ του ταξίδι. Πήρε τον δρόμο και περπατούσε μέρες. Σταματούσε ελάχιστα ίσα για μια ανάσα.
Κάποτε αντίκρισε ένα μεγάλο βουνό και το φεγγάρι στην κορυφή του.
«Τι περίεργο!» θαύμασε ο πρίγκιπας. «Το φεγγάρι είναι ολόγιομο! Πώς γίνεται αυτό;» αναρωτήθηκε ενώ συνέχιζε την δύσκολη ανάβαση.
Τα πόδια του πλήγιασαν από τα αγκάθια, τα χέρια του μάτωσαν από τα ξερόκλαδα, η αναπνοή του μόλις που ακουγόταν, ώσπου με μια ύστατη προσπάθεια, έφτασε στην κορυφή. Μεμιάς ξέχασε όλη του την κούραση καθώς μαγεμένος στύλωσε το βλέμμα στο φεγγάρι. Μια μυστική συνομιλία ξεκίνησε κι ο πρίγκιπας άπλωσε τα χέρια. Ήταν ιδέα του ή το φεγγάρι χαμήλωνε προς τη μεριά του;
Αλήθεια ήταν, γιατί το φεγγάρι βρέθηκε ξαφνικά στην αγκαλιά του, ένας ζεστός φωτεινός δίσκος. Ο πρίγκιπας με δάκρυα στα μάτια το απίθωσε προσεκτικά στο σάκο του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Κάποτε έφτασε στο παλάτι του βασιλιά, εξουθενωμένος, βρώμικος, με ρούχα κουρέλια. Οι φρουροί, για να δείξουν ότι άξιζαν τη θέση τους, δεν τον άφησαν να περάσει προβάλλοντας τα όπλα τους και απειλώντας. Ακούγοντας τη φασαρία, ο βασιλιάς ενοχλήθηκε και βγήκε να δει τι γινόταν.
«Το έφερα!» είπε ο πρίγκιπας κι ένα εξαντλημένο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του ενώ με χέρια που έτρεμαν, έβγαζε το φεγγάρι από τον σάκο.
Όλα σιώπησαν γύρω, οι φρουροί κοκάλωσαν στη θέση τους, ο βασιλιάς παρακολουθούσε κρατώντας την αναπνοή του.
Κι εκεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια, το φεγγάρι έλαμψε δυνατά κι οι αχτίδες του αγκάλιασαν τον πρίγκιπα ντύνοντάς τον με ασήμι. Οι πληγές του έκλεισαν και η εξάντληση χάθηκε κι αυτή. Τα μάτια του πρίγκιπα γέμισαν από το φως του φεγγαριού, ένα φως γεμάτο όλη τη σοφία και την καλοσύνη του κόσμου.
Τότε, οι πόρτες του βασιλείου άνοιξαν ορθάνοιχτες και πίσω από αυτές πρόβαλε ο Παράδεισος, ένας Παράδεισος όλος δικός του.

Κάπου ψηλά ή χαμηλά, κάπου εντός μας, είναι ο Παράδεισος, εκεί που οδηγεί η υπομονή, η επιμονή κι ένα ολόγιομο φεγγάρι.